Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός είναι ένας από τούς επιφανέστερους Πατέρες και Θεολόγους του 8ου μ. Χ. αιώνος, αλλά και από τούς σπουδαιότερους υμνογράφους. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης τον αποκαλεί καλλικέλαδον και γοργογλυκόστροφον αηδόνα της του Χριστού αγίας Εκκλησίας. Τα κείμενά του περικλείουν όλη την δογματική θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Οι ύμνοι τούς οποίους συνέγραψε ψάλλονται μέχρι σήμερα στους Ιερούς Ναούς και δημιουργούν κατάνυξη και πνευματική αγαλλίαση.
Ορφάνεψε νωρίς από μητέρα και ο πατέρας του Σέργιος ανέθεσε την διαπαιδαγώγησή του, καθώς και του αδελφού του, σε έναν ευλαβέστατο και σοφότατο μοναχό, τον Κοσμά, τον οποίον συνάντησε κάποτε στο σκλαβοπάζαρο όπου επωλείτο ως δούλος. Τού έκανε δέ εντύπωση το ότι τον είδε θλιμμένο και δακρυσμένο και τον ερώτησε γιατί στενοχωρείται αφού ούτως ή άλλως επέλεξε την στενή και τεθλιμμένη οδό της μοναχικής ζωής. Εκείνος απάντησε ότι θλίβεται όχι γιατί αιχμαλωτίσθηκε, αλλά γιατί δεν του δινόταν η ευκαιρία να καλλιεργήση και να αυξήση το τάλαντο που του έδωσε ο Θεός. Καί συγκεκριμένα, γιατί δεν μπορούσε να αξιοποιήση το διδασκαλικό του χάρισμα και να μεταλαμπαδεύση τις γνώσεις τις οποίες κατείχε. Τότε ο Σέργιος γεμάτος χαρά, επειδή βρήκε αυτό που ζητούσε, τον ελευθέρωσε και του ανέθεσε την διαπαιδαγώγηση των παιδιών του. Έτσι ο Ιωάννης «διδάχθηκε αριθμητική, γεωμετρία, μουσική, αστρονομία, ρητορική διαλεκτική και ηθική κατά Πλάτωνα και Αριστοτέλη, ακολούθως δέ θεολογία».
Ο πατέρας του στην Δαμασκό κατείχε το αξίωμα του λογοθέτου, «εν τή κυβερνήσει του χαλίφου Άχμετ - ελ - Μαλέκ.». Η θέση αυτή αντιστοιχεί προς εκείνη του Υπουργού επί των υποθέσεων του υποδούλου χριστιανικού πληθυσμού και ιδίως επί της κατανομής των φόρων. Μετά τον θάνατο του πατέρα του ο Ιωάννης έλαβε το αξίωμα του πρωτοσυμβούλου, περίπου σάν εκείνο του πατέρα του, και διακρίθηκε σε αυτό. Γρήγορα όμως το εγκατέλειψε και πήγε στα Ιεροσόλυμα, όπου έγινε μοναχός στην Μονή του Αγίου Σάββα. Τόν ίδιο δρόμο ακολούθησε και ο αδελφός του Κοσμάς ο μελωδός (θετός γιός του Σέργιου), ο μετέπειτα Επίσκοπος Μαϊουμά.
Στο Μοναστήρι, ο Γέροντάς του, «αποβλέποντας στην καταπολέμηση του εγωϊσμού του, τον οποίο προφανώς θα είχεν ο Ιωάννης, λόγω της παιδείας και του κοσμικού αξιώματός του, του απαγόρευσε να γράφη». Παρά ταύτα, μετά από παράκληση συμμοναστού του συνέθεσε τον ύμνο «πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα», τον οποίο ψάλλουμε στην ακολουθία της κηδείας. Τό περιστατικό αυτό έγινε η αιτία να εκδιωχθή από το Μοναστήρι, στην συνέχεια όμως, μετά από επέμβαση της Θεοτόκου, επέστρεψε και του επετράπη να συγγράφη. Έγραψε τότε για την τιμή των ιερών εικόνων αντικρούοντας την αίρεση των εικονομάχων, αλλά και άλλες θεολογικές μελέτες. Παράλληλα ασχολήθηκε με την σύνθεση ύμνων και κυρίως ασματικών Κανόνων στις Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές. Μαζί με το αδελφό του Κοσμά «εκόσμησαν, εχαρίτωσαν και κατεγλύκαναν τάς μεγάλας Δεσποτικάς και Θεομητορικάς εορτάς με τούς ασματικούς αυτών Κανόνας και με τα μελίρρυτα και νεκταρώδη μέλη, εμπνεόμενοι υπό της χάριτος και ενεργείας του Αγίου Πνεύματος προς χαράν και ευφροσύνην πνευματικήν των ψαλλόντων, αναγινωσκόντων και ακουόντων αυτούς Χριστιανών».
Στο σημείο αυτό νομίζω ότι θα ήταν καλό να δούμε, με την βοήθεια του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, το τί είναι οι ασματικοί Κανόνες. Κατ’ αρχάς Κανών είναι κυρίως το ξύλο, που ονομάζεται κανόνιον ή πήχυς και το οποίο μεταχειρίζονται οι τεχνίτες για να ισιάζουν τα ξύλα ή τις πέτρες ή και άλλα υλικά με τα οποία δουλεύουν. Βάζουν τον πήχην και εάν είναι στραβά τα ισιάζουν. Από αυτό δέ μεταφορικά ονομάζονται Κανόνες και οι αποφάσεις των Αποστόλων, των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων και των Αγίων Πατέρων. Κανόνες επίσης ονομάζονται και τα συγκεκριμένα άσματα, επειδή κάθε Κανόνας έχει ορισμένο μέτρο και δεν βγαίνει έξω από αυτό. Κάθε Κανόνας περιέχει εννέα ωδές. Ωδή, σύμφωνα με τον Μ. Βασίλειο είναι «φωνή μουσική και εναρμόνιος που προφέρεται με το στόμα χωρίς την συνοδεία κάποιου οργάνου». Ονομάζεται ωδή από του άδω, που σημαίνει ψάλλω. Οι εβραίοι, στην Παλιά Διαθήκη έψαλλαν με την συνοδεία οργάνου. Από τότε που ο Θεός απέβαλε τα όργανα των εβραίων, καθώς είπε διά του Προφήτου Αμώς "απόστησον απ’ εμού ήχον ωδών σου, και ψαλμόν οργάνων σου ουκ ακούσομαι", εμείς οι Χριστιανοί διά φωνής μόνης αναφέρομεν τούς ύμνους μας εις τον Θεόν». «Οι ωδές είναι εννέα, διότι ο έννατος αριθμός είναι το μεγαλύτερο μέτρο ανάμεσα στούς αριθμούς. Οι μονάδες, οι δεκάδες και οι χιλιάδες μέχρι το εννέα προχωρούν, οι άλλοι δέ αριθμοί είναι σύνθεση και ανακύκληση των εννέα αυτών αριθμών. Οι εννέα ωδές δηλώνουν τα εννέα τάγματα των Αγγέλων καθώς στην ουράνια ιεραρχία εννέα είναι τα τάγματα και κάθε τάγμα αναφέρει ύμνο στον Θεό, έτσι και στην κάτω ιεραρχία εννέα τάγματα είναι, Αρχιερείς, Ιερείς, Διάκονοι, Υποδιάκονοι, Αναγνώσται, Ψάλται, Κληρικοί, Μοναχοί και Λαϊκοί και κάθε τάγμα υμνεί τον Θεό. Ο αριθμός εννέα είναι και τύπος συμβολικός της Αγίας Τριάδος, επειδή ο έννατος αριθμός τριπλήν τριάδα περιέχει» (Εορτοδρόμιον, Εκδ. Σπανός, σελ. ιθ').
Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό, που συνέβη ανάμεσα στούς δύο αδελφούς, τον άγιο Ιωάννη, δηλαδή, και τον αδελφό του άγιο Κοσμά, με αφορμή την συγγραφή και από τούς δύο ασματικού Κανόνος στην λαμπροφόρο εορτή της Αναστάσεως του Κυρίου. Τό αναφέρουμε επειδή φανερώνει το αυθεντικό εκκλησιαστικό ήθος. Ο Κοσμάς έγραψε τον ασματικό του Κανόνα σε ήχο β' ("Δεύτε λαοί άσωμεν") και τον διάβασε στον Ιωάννη, ο οποίος τον επήνεσε. Στήν συνέχεια διάβασε και ο Ιωάννης τον δικό του Κανόνα, που είναι ο γνωστός μας, σε ήχο πρώτο. Όταν έφθασε στο τροπάριο «νύν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γή και τα καταχθόνια», «τότε ο θείος Κοσμάς υπερθαυμάσας και εκπλαγείς, και σύ έφη, αδελφέ Ιωάννη, όλον το πάν εις τα τρία ταύτα συμπεριέλαβες και ουδέν αφήκες έξωθεν». Αξίζει ο δικός σου Κανών να ψάλλεται, επειδή είναι γεμάτος φώς, ενώ ο δικός μου αξίζει να μείνη στην γωνία και στο σκότος και για τον πενθηρόν και κλαυθμηρόν ήχον.
Οι ουράνιοι και γλυκύτατοι αυτοί ύμνοι, επειδή είναι προσευχή και δοξολογία στον Θεό, δημιουργούν στην ψυχή ιλαρότητα, κατάνυξη και πνευματική ευφροσύνη.
Τα ποιητικά και ασματικά έργα του Δαμασκηνού
Τα έργα του Δαμασκηνoύ ανάγονται σε πέντε τάξεις, σε καθαρώς φιλοσοφικά ή διαλεκτικά, σε θεολογικά, σε ερμηνευτικά ή κριτικά, σε ποιητικά, και σε άσματα ήτοι μουσικά. Ο Δαμασκηνός, ως υμνογράφος και μουσικός, παρατηρούμε ότι μετέφερε σε απλούστερο είδος την ψαλμωδία της πριν από αυτόν εποχής, και επελήφθη του κανονισμού και της διαρρύθμισης της ψαλμωδίας, συντάσσοντας για τον λόγο αυτό την Οκτώηχο κατά τους οκτώ ήχους, τους παραγόμενους κατά τινα τροποποίηση και μεταβολή από τα πολυάριθμα είδη των μελών της ελληνικής Μουσικής, των οποίων ο χαρακτήρας συμβιβάζονταν προς τα σεμνά και ιερά της Εκκλησίας αισθήματα και συνεργούσε σε δοξολογία του Θεού και κατάνυξη, παρακωλύσας δε όλα τα μέλη των οποίων τα αισθήματα ήσαν άσεμνα και απρεπή, ενθουσιαστικά, θούρια και πολεμιστήρια. Ο Δαμασκηνός συμπεριέλαβε την απλότητα των μελών των οκτώ ήχων στην Οκτώηχο αυτού.
Επενόησε επίσης για τους οκτώ ήχους και δική του αγκιστροειδή παρασημαντική. Kαι είναι αλήθεια ότι τα αγκιστροειδή μουσικά σημεία, με τα οποία έγραψε τις μελωδίες που έφτιαξε και μελοποίησε, έχουν την αρχή τους στους προ αυτού τρεις αιώνες. Οι χαρακτήρες του Δαμασκηνού ήταν γριφώδεις και συμβολικοί, όμοιοι προς τους ιερογλυφικούς εκείνους των αρχαίων Αιγυπτιακών γραμμάτων. Κάθε χαρακτήρας παριστάνει πολλάκις ένα φθόγγο αλλά και πολλούς.
Ο Δαμασκηνός ως γνώστης της θεωρίας της Μουσικής παρατήρησε ότι η γνώση της μελωδίας των ήχων περιορίζονταν μόνο στην πράξη, η δε θεωρητική διάταξη της μελωδίας και η αμοιβαία σχέση των ήχων διατελούσαν παρημελημένα. Πρώτος εσυστηματοποίησε την αρχαία οκτωηχία, συγγράφοντας θεωρία για την πράξη της ιερής μουσικής στη βάση του ελληνικού Πεντάχορδου ή Τροχού. Της μουσικής θεωρίας των εκκλησιαστικών ήχων η πρακτική εφαρμογή είναι η Οκτώηχος.
Υπό το όνομα του Δαμασκηνού σώζεται σε περγαμηνή «εν τοις παλαιοίς Στιχηραρίοις τοις επί μεμβράνης γεγραμμένοις» Γραμματική Μουσικής ή Κανόνιον κατά τους ορισμούς και κανόνας των αρχαίων Ελλήνων, όπου πραγματεύεται περί διαιρέσεως των οκτώ ήχων, περί παραγωγής των πλαγίων ήχων από τους κύριους, και περί των ονομασιών των οκτώ ήχων και των αντιστοίχων αυτών στην αρχαία ελληνική μουσική. Επιγράφεται δε «Αρχή των σημείων της ψαλτικής τέχνης των ανιόντων και κατιόντων σωμάτων τε και πνευμάτων και πάσης χειρονομίας». Πραγματείες περί θεωρίας της Μουσικής μετά τον φωστήρα Δαμασκηνό έγραψαν Μανουήλ ο Βρυέννιος, Ιωάννης ιερεύς Πλουσιαδηνός, Ιωάννης Μαΐστωρ ο Κουκκουζέλης, Ιωάννης ο Κλαδάς, Μανουήλ ο Χρυσάφης, Δημήτριος ο Καντεμίρης, Κύριλλος ο αρχιεπίσκοπος Τήνου, Βασίλειος Στεφανίδης ο Βυζάντιος, Χρύσανθος ο μητοοπολίτης Δυρραχίου, Χουρμούζιος ο Χαρτοφύλαξ, Θεόδωρος Φωκαεύς, Μαργαρίτης ο Δοβριανίτης, Γεώργιος ο Λέσβιος, Παναγιώτης Αγαθοκλέους, Κυριακός Φιλοξένης ο Εφεσιομάγνης και άλλοι σύγχρονοι μας. Θεωρητικό εξέδωσε και η Επιτροπή του 1881 που είχε συσταθεί από το Οικ. Πατριαρχείο.
Το πρώτο ποιητικό και ασματικό προϊόν του Δαμασκηνού τυγχάνει η Οκτώηχος, την οποία εμέλισε στη βάση της οκταήχου αυτού υμνωδίας. Από τα διάφορα Τροπαρία που απαρτίζουν την Οκτάηχο στον Δαμασκηνό αποδίδονται μόνον οι ακολουθίες του Εσπερινού των Σαββάτων και τoυ Όρθρου των Κυριακών, καθότι τα Ανατολικά λεγόμενα στιχηρά ανήκουν στον Ανατόλιο μοναχό τον Στουδίτη που έζησε μετά τον Δαμασκηνό, τα Απόστιχα στον Παύλο τον Αμμορίου η της Ευεργέτιδος, oι Τριαδικοί Κανόνες στον Μητροφάνη τον Σμύρνης, τα ένδεκα Εωθινά στον Λέοντα τον Σοφό, τα ένδεκα Εξαποστειλάρια στον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο και oι Αναβαθμοί στον Θεόδωρο τον Στουδίτη. Την Οκτάηχο, στην οποία βρίσκεται άπασα η χριστιανική δογματική διδασκαλία, παραδέχονται στην εκκλησιαστική χρήση όλες οι Εκκλησίες της Ανατολής και Δύσης, κελεύσει του Φράγκου Ρήγα Καρλομάγνου, ζώντος έτι τoυ Δαμασκηνού.
Ο θείος μουσουργός, πλην των Κανόνων της Οκτωήχου εποίησε και τον λαμπρότατο Κανόνα της εορτής της λαμπροφόρου Αναστάσεως «Αναστάσεως ημέρα, λαμπρυνθώμεν λαοί», τον οποίο όταν άκουσε ο Κοσμάς ο Μελωδός, που επίσης είχε γράψει Κανόνα για την ίδια εορτή σε ήχο Β', «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια», ανεφώνησε «Kαι συ αδελφέ Ιωάννη, το παν όλον εν τοις τρισί τούτοις συμπεριέλαβες, και oυδέν αφήκας έξωθεν· ήττημαι γουν εγώ και την ήτταν ομολογώ· όθεν ο μεν σός κανών εχέτω τα πρωτεία και αριστεία, και ψαλλέσθω δημοσίως εν ταις του Χριστού Εκκλησίαις, ο δε εμός εν σκότει και γωνία γενέσθω ως μη εν φωτί άξιος διά τε τα νοήματα και δια τε τον πενθικόν και κλαυθμηρόν ήχον, καθ’ον εμελοποίηθη, ανάρμοστον πάντη όντα εν τη λαμπροτάτη και κοσμοχαρμοσύνω ημέρα της του Κυρίου Αναστάσεως». Ο Δαμασκηνός συνέταξε πάνω από εξήντα Κανόνες για τις κυριότερες εορτές της Εκκλησίας, οι οποίοι είναι ανθολογία εύρυθμος από τους Πανηγυρικούς Λόγους του Γρηγορίου του Θεολόγου και άλλων.
Εκ των Κανόνων τoυ θείου Ιωάννoυ αναφέρουμε:
«Έσωσε λαόν θαυματουργών Δεσπότης», «Στείβει θαλάσσης κυματούμενον σάλω», «Θείω καλυφθείς ο βραδύγλωσσος γνόφω», φτιαγμένοι σε ιαμβικούς τρίμετρους, κατ’ απομίμησιν Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, τον οποίο είχε και αυτός πρότυπο, όπως και ο Κοσμάς ο Μελωδός. Ο Δαμασκηνός μουσούργησε και τον κατ’ Αλφάβητο Κανόνα της εορτής του Ευαγγελισμού «Ανοίξω το στόμα μου», ποιήσας για την Δ' ωδή δύο Ειρμούς «Την ανεξιχνίαστον θείαν βουλήν και «Ο καθήμενος εν δόξη». Επίσης τους Κανόνες «Παρθένοι νεάνιδες συν Μαριάμ τη Προφήτιδι», «Τώ Σωτήρι Θεώ τω εν θαλάσση λαόν», εις την Υπαπαντήν, εις την Ύψωσιν του Σταυρού, εις το Γενέσιον της Θεοτόκου, στους Προφήτας, στους Αποστόλους, στους ιεράρχας, στους μάρτυρες, στους οσίους, στα εγκαίνια του ναού της Αναστάσεως, στην ανάμνηση του επιφανέντος σημείου του Σταυρού στον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο, κλπ. Υπομνήματα δε και ερμηνείες στους ασματικούς Κανόνες τoυ θείου μελωδού έγραψαν ο Ζωναράς, ο Γρηγόριος ο Πάρδος επίσκοπος Κορίνθου, Ευστάθιος ο Θεσσαλονίκης, Μάρκος ο Εφέσου και Νικόδημος ο Αγιορείτης.
Στον ιερό Δαμασκηνό αποδίδονται και οι εξής εκκλησιαστικοί ύμνοι «Υπερένδοξε αειπάρθενε ευλογημένη Θεοτόκε προσάγαγε», «Επί σοι χαίρει κεχαριτωμένη πάσα η κτίσις», «Την άχραντον εικόνα σου προσκυνούμεν αγαθέ», «Ελέησον ημάς Κύριε ελέησον ημάς», «Κύριε ελέησον ημας επί σoι γαρ πεποίθαμεν», «Της ευσπλαγχνίας την πύλην άνοιξον ημίν ευλογημένη Θεοτόκε», «Πολλά τα πλήθη των εμών Θεοτόκε πταισμάτων», «Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι», «Των ουρανίων στρατιών Αρχιστράτηγε», τα Τροπάρια στις Ώρες και τα Στιχηρά του Πάσχα, τα 26 νεκρώσιμα ιδιόμελα και στιχηρά τα ποιηθέντα στην μονή του αγίoυ Σάββα. Αυτά τα έξοχα και λαμπρά έργα του Δαμασκηνού, χρησίμευσαν σαν υπόδειγμα στους μεταγενέστερους μελωδούς της Εκκλησίας, και τα οποία διαδόθηκαν παντού και συνετέλεσαν στο να περιπέσουν σε αχρηστία τα πολλά Κοντάκια του Ρωμανού, με εξαίρεση ολίγων.
Στον θείο μουσουργό αποδίδονται και τα εξής μουσουργήματα, τα οκτώ μέγιστα Κεκραγάρια, τα προωδικά του Ακαθίστου ύμνου, το Αργό «Θεός Κύριος» του Ακαθίστου, «Το προσταχθέν μυστικώς», το δίχορο αργό «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια», το «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται», το «Ότε oι ένδοξοι μαθηταί», το εις ήχο Α΄ Κοινωνικό «Γεύσασθε και ίδετε», το εις ήχον Πλ. Β΄ Χερουβικό των ΙΙροηγιασμένων «Νυν αι δυνάμεις» και άλλα πολλά μαθήματα, ως Χερουβικά και Κοινωνικά. Τα μεγάλα μαθήματα του Δαμασκηνού μετέφερε στην αναλυτική μoυσικήν γραφή του, ο Πέτρος ο Πελοποννήσιος, και οι διδάσκαλοι Γρηγόριος Πρωτοψάλτης και Χουρμούζιος Χαρτοφύλαξ.
Προσθέτουμε δε εδώ ότι το πλήθος των νέων ασμάτων, τα οποία παρέδωσαν στην Εκκλησία ο Δαμασκηνός και ο Κοσμάς ο Μελωδός, ουσιαστικά διεύρυναν τον κύκλο της εκκλησιαστικής λατρείας, διό και εδέησε να αναθεωρηθεί παρά του θείου φωστήρα της Δαμασκού το τέως στοιχειώδες Ιεροσολυμιτικόν Τυπικόν Σάββα του ηγιασμένου, στο οποίο περιελήφθησαν και τα καθιερωμένα άσματα από την αρχαιότητα. Επειδή δε προ του Δαμασκηνού κάθε τοπική Εκκλησία και κάθε μονή είχε δικό της Τυπικό, αυτό του Δαμασκηνού συνετέλεσε στην εκκλησιαστική ενότητα.
Γεώργιος Παπαδόπουλος - Εκδόσεις "Τέρτιος", Κατερίνη




